Σάββατο 31 Μαρτίου 2018

«Ανάπτυξη» των καλωδίων; Μάλιστα, αλλά ποιοι θα πληρώσουν τον λογαριασμό;

Δεκαοκτώ χρόνια από την «απελευθέρωση» της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας δεν είναι λίγα! Κι’ όμως συνεχίζουμε να μην αντιλαμβανόμαστε ότι οι κανόνες στον τομέα της ηλεκτροδότησης έχουν αλλάξει ριζικά. Οι επενδύσεις που αναγγέλλονται με τυμπανοκρουσίες σήμερα, στρώνουν το δρόμο

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2018

Το Δίκτυο Ενεργών Καταναλωτών στηρίζει και συμμετέχει στις δράσεις των φορέων πανελλαδικά κατά των ΑΠΕ

                                                           ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
                                                                                                
Συνάντηση εκπροσώπων Φορέων και πολιτών από διάφορες περιοχές της Ελλάδας με κοινή συνισταμένη τη δράση τους ενάντια στα αιολικά και τις άλλες αμφιλεγόμενες Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) πραγματοποιήθηκε στο Μουζάκι Καρδίτσας, την 11-3-2018.

Αφού προηγήθηκαν οι αναγκαίες ενημερώσεις για τα προβλήματα της κάθε περιοχής, οι

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2018

Η μεγάλη απάτη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας

Δημοσιεύουμε το παρακάτω άρθρο για δύο λόγους: Πρώτον γιατί δείχνει ότι αντιδράσεις κατά των ΑΠΕ  για το κόστος που προκαλούν στους καταναλωτές δεν υπάρχουν μόνο στην Ελλάδα (μάλιστα στη χώρα μας εμφανίστηκαν και με μεγάλη καθυστέρηση) και δεύτερον γιατί εξηγεί με πολύ κατανοητό τρόπο τους λόγους που η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ είναι οικονομικά ασύμφορη. Επισημαίνουμε ότι οι αναφορές του άρθρου στην πυρηνική ενέργεια αφορούν  τη Γαλλία  και  συνεπώς, αν θέλουμε να κάνουμε αναγωγή στην ελληνική πραγματικότητα,  θα πρέπει να λάβουμε υπ' όψη μας ότι το αντίστοιχο φθηνό καύσιμο για εμάς είναι ο εγχώριος λιγνίτης.

Το άρθρο το βρήκαμε στον ιστότοπο « Le blog de descartes» και η μετάφρασή του στα ελληνικά έγινε για τη σελίδα μας από τη φίλη Σόνια.
 

Η μεγάλη απάτη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας

Δεν είναι όμορφα όλα αυτά τα πανέλα των φωτοβολταϊκών που καλύπτουν όλες τις στέγες των σούπερ-μάρκετ μας και των στεγάστρων των πάρκινγκ μας, όλες αυτές οι ανεμογεννήτριες που ομορφαίνουν τον ορίζοντα των περιοχών μας; Είμαι ενθουσιασμένος που όλα αυτά σας αρέσουν, γιατί είναι δικά σας. Τέλος πάντων, έπρεπε να είναι μιας και τα πληρώσατε, και πολύ ακριβά μάλιστα, μέσω των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος. Και το χειρότερο, επειδή τα πληρώσατε χωρίς λόγο (για το τίποτα).

Ο άνθρωπος είναι ένα ζώο με προκαταλήψεις. Έτσι, αν πω «πετρέλαιο» αυτό θα σας φέρει στο νου καλοντυμένους ανθρώπους με πούρο που κερδίζουν δισεκατομμύρια μολύνοντας τον πλανήτη. Και αν σας πω «πυρηνικά» θα σκεφτείτε ένα δυνατό λόμπυ τεχνοκρατών και στρατιωτικών. Αλλά αν σας πω «ανανεώσιμες πηγές ενέργειας», θα φανταστείτε ευγενικούς οικολόγους που χτίζουν τους ανεμόμυλούς τους και τα ηλιακά τους πανέλα καλοπροαίρετα για το καλό όλων. Τί Λάθος! Το περιβάλλον – ο όρος πρέπει να αποδοθεί με την έννοια που του δίνουν στις σελίδες περιοδικών ποικίλης ύλης – των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από το περιβάλλον των καζίνο: το χρήμα ρέει άφθονο, οι νόμοι παρακάμπτονται με χάρη και σταθερότητα...... και στο τέλος είναι τα κορόϊδα που πληρώνουν.

Για να καταλάβει κανείς πώς δουλεύει το σύστημα, πρέπει πρώτα να ξεκινήσει από μια λανθασμένη ιδέα. Μια λανθασμένη ιδέα όμως που επαναλαμβάνεται συνεχώς από κάθε είδους τσαρλατάνους του τύπου Rifkin και που, εντελώς αθώα, αναπαράγεται από τους πολιτικούς μας σαν ευαγγέλιο. Αυτή η ιδέα είναι που θεωρεί τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας πολύ φτηνές, σχεδόν «τσάμπα» («δωρεάν»). Πώς φτάνουμε σε έναν τέτοιο παραλογισμό; Ε λοιπόν, η εξήγηση είναι αυτή που αφελώς έδωσε ο Hulot σε ένα ακόμα πέρασμά του από την France Inter. Τί μας λέει; Ότι το ηλεκτρικό ρεύμα από τα αιολικά είναι δωρεάν αφού «με το που φτιάξετε ένα αιολικό, το ηλεκτρικό ρεύμα δεν σας στοιχίζει τίποτα». Το πρόβλημα με αυτή την λογική είναι ότι πρέπει να κατασκευάσετε το αιολικό σας και αυτό κοστίζει. Και επειδή το αιολικό σας έχει περιορισμένη διάρκεια ζωής, το κόστος κατασκευής πρέπει να αποσβεστεί από το σύνολο των κιλοβατωρών που θα παράγει το αιολικό σας όσο θα είναι χρήσιμο. Και όταν διαιρέσετε το κόστος κατασκευής και συντήρησης του αιολικού σας με το νούμερο των kWh που θάχει παράγει, θα φτάσετε σε μια τιμή σχετικά αυξημένη, που κυμαίνεται από 80 με 120 euro/MWh, ανάλογα με την περιοχή και τον τύπο των ανεμογεννητριών.

Οι οικονομολόγοι έχουν δημιουργήσει δύο έννοιες για να περιγράψουν αυτή την κατάσταση: το συνολικό κόστος (coût complet) και το οριακό κόστος (coût marginal), Το συνολικό κόστος βρίσκεται διαιρώντας το σύνολο των εξόδων – επένδυση, συντήρηση, κλπ – με το σύνολο της παραγωγής κατά τη διάρκεια ζωής της εγκατάστασης. Το οριακό κόστος είναι το χρηματικό ποσό που πρέπει να ξοδέψετε για να φτιάξετε το λιγότερο μια ακόμα μονάδα παραγωγής. Ή αν προτιμάτε, τα χρήματα που θα εξοικονομούσατε αν κατασκευάζατε μια μονάδα παραγωγής λιγότερη. Για να σας δώσω μια ιδέα, φανταστείτε το αυτοκίνητό σας: το συνολικό κόστος για κάθε χιλιόμετρο που διατρέξατε υπολογίζεται διαιρώντας τον αριθμό των χιλιομέτρων που κάνατε με το αυτοκίνητό σας σε όλη τη διάρκεια ζωής του με το άθροισμα του κόστους αγοράς, των ελέγχων, των επισκευών, της ασφάλισης, της βενζίνης, κλπ. Το οριακό κόστος του χιλιομέτρου είναι αυτό που θα σας χρειαζόταν για να μπορέσετε να τρέξετε ένα χιλιόμετρο ακόμα: ορίζεται ουσιαστικά από το κόστος της βενζίνης και την μηχανική φθορά. Δεν θα συμπεριλάβουμε την ασφάλιση, το πάρκινγκ, τους περιοδικούς ελέγχους... μιας και αυτά τα έξοδα είναι ανεξάρτητα από τον αριθμό των χιλιομέτρων που διατρέξατε.

Στην ηλεκτροπαραγωγή, υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ του συνολικού κόστους και του οριακού, ανάλογα με το μέσο παραγωγής. Έτσι, για παράδειγμα, μια κεντρική μονάδα παραγωγής με μαζούτ ή κάρβουνο έχει χαμηλό συνολικό κόστος – πρόκειται για εγκαταστάσεις σχετικά απλές και εύκολες στην συντήρηση – σε σχέση με το οριακό κόστος: δηλαδή είναι το κόστος του καυσίμου το σημαντικό για τα έξοδα, και το ποσό του καυσίμου που καταναλώνεται είναι  ευθέως ανάλογο με την παραγωγή. Από την άλλη, έχουμε μια πυρηνική εγκατάσταση παραγωγής, στην οποία το οριακό κόστος είναι πολύ χαμηλό σε σχέση με το συνολικό κόστος. Το κόστος της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας καθορίζεται κυρίως από τα έξοδα κατασκευής, μιας και το καύσιμο είναι πολύ φθηνό. Και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας; Ε! λοιπόν πλησιάζουν περισσότερο τα πυρηνικά εργοστάσια παρά αυτά που χρησιμοποιούν ορυκτά καύσιμα. Είναι το κόστος της επένδυσης που καθορίζει το συνολικό κόστος, αφού το κόστος του «καυσίμου» (ο ήλιος, ο άνεμος, τα κύματα κλπ) είναι μηδενικό. Το οριακό κόστος προσδιορίζεται μόνο από τα έξοδα συντήρησης.

Αυτό που κάνουν ο Rifkin ή ο Hulot, είναι να μπερδεύουν το οριακό κόστος ανά kWh με το αντίστοιχο συνολικό κόστος. Αυτό είναι εντελώς ατυχές, αφού το ποσό που πληρώνετε μέσω του λογαριασμού ρεύματος με την πάροδο του χρόνου είναι το συνολικό κόστος και όχι το οριακό κόστος. Αυτό όμως επιτρέπει στους τσαρλατάνους να ισχυρίζονται ότι σε μια θαυμαστή κοινωνία ο καθένας «θα μπορεί να παράγει την ενέργειά του δωρεάν» και διάφορες άλλες μπαρούφες. Ή ότι το συνολικό κόστος των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας - εκτός των υδροηλεκτρικών – είναι εξαιρετικά χαμηλότερο από το συνολικό κόστος άλλων μέσων παραγωγής. Έτσι, όσον αφορά το συνολικό κόστος, η πιο οικονομική ηλεκτρική ενέργεια παράγεται από την κατασκευή φραγμάτων (20-40 € / MWh), με καύση άνθρακα ή ουρανίου  (40-60 €/MWh), με καύση φυσικού αερίου (60-80 €/MWh) και μόνο στη συνέχεια χρησιμοποιώντας τον άνεμο στην ξηρά (αιολικά ξηράς) (80-120 €/MWh) ή της θάλασσας (180-200 €/MWh) ή παίρνοντας ενέργεια από τον ήλιο (180-500 €/MWh). Το βλέπουμε, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι στο τέρμα της λίστας. Για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που υποτίθεται ότι είναι “σχεδόν τζάμπα”, απέχουμε πολύ στον λογαριασμό.

Και πάλι, το κόστος αυτό δεν λαμβάνει υπόψη το ιδιαίτερο πρόβλημα που χαρακτηρίζει την ηλεκτρική ενέργεια, αντίθετα από άλλες μορφές ενέργειας, το ότι δεν αποθηκεύεται, με οικονομικά εφικτό τρόπο, σε μεγάλες ποσότητες. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να παράγεται τη στιγμή που την έχει ανάγκη ο καταναλωτής. Ή αλλιώς, το πρόβλημα με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας όπως ο άνεμος και ο ήλιος, συνίσταται στο ότι δεν είναι διαθέσιμες στην ζήτηση. Ο άνεμος είναι ακανόνιστος (τυχαίος), και μάλιστα  εάν ακολουθήσει κανείς τη λογική ότι με την επέκταση μπορεί αυτή η τυχαιότητα να μειωθεί (1), αυτή παραμένει σημαντική. Μια μεγάλη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ηλεκτρικό σύστημα προϋποθέτει ότι οι καταναλωτές αποδέχονται τις διακοπές ρεύματος – εντελώς απατηλό – ή  έχουν αρκετά μέσα συμβατικής παραγωγής ετοιμοπόλεμα να αναλάβουν ανά πάσα στιγμή την υποστήριξη (εφεδρείες) – πράγμα ακριβό. Για να βρει κανείς το πραγματικό συνολικό κόστος των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας θα πρέπει να προσθέσει το κόστος που συνδέεται με την διαλείπουσα φύση των ΑΠΕ, κάτι που κανένας από τους παραπάνω τσαρλατάνους – και άλλοι που δεν έχω το χρόνο να απαριθμήσω, δεν κάνουν.

Ναι αλλά, θα μου πείτε, πώς γίνεται και αυτές οι πηγές ενέργειας αναπτύσσονται τόσο γρήγορα, στην Γαλλία και σε όλη την Ευρώπη; Γιατί, μέσα στον φιλελεύθερο κόσμο όπως η χώρα μας, οι άνθρωποι επενδύουν σημαντικά κεφάλαια για να παράγουν τόσο ακριβό ρεύμα, ενώ υπάρχουν τρόποι πολύ λιγότερο ακριβοί για να καταλήξουν στο ίδιο αποτέλεσμα; Οι καπιταλιστές τρελάθηκαν; Ή είναι τόσο αφοσιωμένοι στην προστασία του περιβάλλοντος ώστε να είναι έτοιμοι να χάσουν χρήματα στο όνομά του;

Μιας και μπαίνει το ερώτημα, η απάντηση είναι: παραφράζοντας τον Βολταίρο, όταν βλέπετε έναν καπιταλίστα να πηδάει απ’ το παράθυρο, πηδήξτε πίσω του και σεις. Σίγουρα υπάρχει κέρδος. Εάν οι άνθρωποι επενδύουν στις ΑΠΕ, είναι σίγουρο ότι θα κερδίσουν χρήματα. Όλο το θέμα είναι να καταλάβει κανείς από πού βγαίνουν αυτά τα χρήματα. Η απάντηση είναι χωρίς έκπληξη: αυτά τα χρήματα βγαίνουν από τις τσέπες σας, μέσω ενός αρκετά πολύπλοκου συστήματος υποτιθέμενων δημόσιων επιδοτήσεων που καλύπτει την διαφορά ανάμεσα στην τιμή της αγοράς του ρεύματος (σήμερα περίπου στα 35 €/MWh) και το κόστος παραγωγής από ΑΠΕ, “επιτρέποντας έτσι μια λογική απόδοση των κεφαλαίων επένδυσης”, για να χρησιμοποιήσουμε την κανονική ορολογία της ΡΑΕ, απόδοση που σήμερα ορίζεται στο 6 με 9%. Ξεκινώντας από μια τέτοια απόδοση, το κράτος υπολογίζει ένα σταθερό feed-in tariff (εγγυημένη τιμή), που σας προσφέρεται για ολόκληρη τη διάρκεια ζωής του ηλιακού ή αιολικού σας πάρκου.

Με άλλα λόγια, ας υποθέσουμε ότι επενδύετε μερικά εκατομμύρια ευρώ σε ένα αιολικό πάρκο.  Θα έχετε το δικαίωμα μιας  εγγυημένης τιμής - “ feed-in tariff ”,  στην οποία ο διαχειριστής, η EDF είναι υποχρεωμένη να αγοράσει το παραγόμενο ρεύμα σας-  τιμή, η οποία σήμερα είναι καθορισμένη στα 90 €/MWh και η οποία σας επιτρέπει να έχετε μία απόδοση πάνω από 6% στο επενδυμένο κεφάλαιό σας. Με άλλα λόγια, η EDF είναι υποχρεωμένη από το νόμο να αγοράσει το παραγόμενο από σας ρεύμα στα 90 €/MWh,  ενώ μπορούσε να προμηθευτεί την ίδια ποσότητα ρεύματος από την αγορά χονδρικής με μόνο 35 €/MWh. Ποιός πληρώνει τη διαφορά; Ε! Λοιπόν, είναι ο καταναλωτής ηλεκτρικού ρεύματος που αποζημιώνει την EDF. Για κάθε MWh που θα παράγεται από τα δικά σας αιολικά, η EDF θα σας δίνει 90 € και θα λαμβάνει από το κράτος μία αποζημίωση 55 € που θα χρηματοδοτείται  από έναν φόρο στο ηλεκτρικό ρεύμα. Και αν η τιμή ρεύματος στην χονδρική πέσει ας πούμε στα 20 €/MWh; Κανένα πρόβλημα, ο παραγωγός δεν παίρνει κανένα ρίσκο: ο καταναλωτής ρεύματος θα είναι ενθουσιασμένος να αναλάβει το μερίδιο αποζημίωσης που αναλογεί, των 70 €/MWh. Και αυτή η επιδότησή σας είναι εγγυημένη για ολόκληρη τη ζωή των αιολικών σας ή των φωτοβολταϊκών σας, για 15 με 20 χρόνια, ανάλογα με τα συμβόλαια.

Δεν με πιστεύετε; Πάρτε τον λογαριασμό του ηλεκτρικού στα χέρια σας: θα βρείτε ανάμεσα σε ένα κάρο από ακατανόητες σειρές, μία που θα έπρεπε να τραβήξει την προσοχή σας: εμφανίζεται σαν «Συμμετοχή στην δημόσια χρήση ηλεκτρικού ρεύματος» (« Contribution au service public de l’électricité » ή CSPE για συντομία). Αυτή η συμμετοχή πληρώνει διάφορα πράγματα: το ένα τέταρτο αφορά στην εξισορρόπηση μεταξύ περιοχών και σε κοινωνικά τέλη. Τα υπόλοιπα τρία τέταρτα, δηλαδή περίπου 5 δις € ανά έτος για το 2015, πηγαίνουν στην επιδότηση των ΑΠΕ (2). Και όσο οι ΑΠΕ αναπτύσσονται, τόσο η επιβάρυνση του CSPE αυξάνει. Στην Γερμανία το CSPE έχει ξεπεράσει τα 50 €/MWh, και αν στην Γαλλία εξακολουθεί να είναι στα 14 €/MWh, αυτό το ποσό θα αυξηθεί ραγδαία μέσα στα επόμενα χρόνια – ο νόμος καθορίζει την ελάχιστη αύξηση των 3 €/MWh ανά έτος – λαμβάνοντας υπόψη τα αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα που είναι υπό κατασκευή.

Σ’ αυτή την χαριτωμένη κατάσταση προστίθεται μια ακόμα, ακόμα πιο διεστραμμένη: η προτεραιότητα έγχυσης στο δίκτυο. Κανονικά, η κλασσική λογική των δικτύων ηλεκτρισμού βασιζόταν στην εισαγωγή στο δίκτυο των μονάδων παραγωγής “με βάση την οικονομικότερη προσφορά”. Κάθε πρωί, ο λειτουργός του δικτύου κάνει έναν κατάλογο των διαθέσιμων μέσων παραγωγής ταξινομημένων με σειρά αύξησης της τιμής ανά kWh. Και όταν η κατανάλωση ανεβαίνει – για παράδειγμα τις ώρες αυξημένης ζήτησης μέσα στη μέρα – ο λειτουργός του δικτύου καλεί διαδοχικά την είσοδο των μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στο σύστημα με βάση την σειρά κατάταξής τους. Η μέθοδος αυτή εξασφαλίζει την οικονομική βελτιστοποίηση του συστήματος, εφόσον ανά πάσα στιγμή λειτουργούν περισσότερο οι πιο φθηνές μονάδες παραγωγής. Από μόνη της η εφαρμογή αυτού του μέτρου θα έκανε τις ΑΠΕ να μην μπορούν να μπουν ποτέ στο σύστημα, αφού βρίσκονται στην ακριβότερη πλευρά του καταλόγου κατάταξης.... το οποίο όμως δεν συμβαίνει: μια κοινοτική οδηγία – που οφείλει πολλά στο λόμπυ των ΑΠΕ, ιδιαίτερα ισχυρό στην Γερμανία – δίνει την προτεραιότητα εισόδου στο δίκτυο των ΑΠΕ, με όλες τις άλλες μονάδες παραγωγής να περνάνε πίσω (πιο κάτω) στην «λίστα».

Αυτό το σύστημα έχει ένα πασιφανώς διαστροφικό αποτέλεσμα. Με τις ελκυστικές επιδοτήσεις, κατασκευάζονται στην Ευρώπη αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα οπουδήποτε – η αλήθεια είναι ότι αυτό γίνεται περισσότερο στην Γερμανία απ’ ότι στην Γαλλία, όπου υπάρχουν ισχυρά διοικητικά και κοινωνικά εμπόδια αποδοχής.  Αυτό καταλήγει στο να υπάρχει μαζική προσφορά ηλεκτρικής ενέργειας που επιπλέον έχει προτεραιότητα εισόδου (έγχυσης) στο δίκτυο. Μια τέτοια υπερπροσφορά πιέζει τις τιμές της αγοράς προς τα κάτω, γεγονός που φυσικά δεν ενοχλεί καθόλου τους παραγωγούς ρεύματος από ΑΠΕ, αφού οι επιδοτήσεις τους προσαρμόζονται έτσι ώστε να καλυφθεί η πτώση της τιμής και οι οποίοι φυσικά δεν έχουν κανένα λόγο να σταματήσουν τις κατασκευές νέων μονάδων ΑΠΕ. Αλλά με τόσο χαμηλές τιμές, ποιός θα επενδύσει σε συμβατικές μονάδες παραγωγής; Ποιός θα κατασκευάσει μια κεντρική μονάδα φυσικού αερίου που θα δουλεύει μερικές εκατοντάδες ώρες τον χρόνο; Ωστόσο αυτές οι μονάδες είναι απαραίτητες για  την ασφάλεια του ηλεκτρικού συστήματος, αφού χρειάζεται να εξασφαλιστεί η εξισορρόπηση ανάμεσα στην προσφορά και την ζήτηση όταν ο ήλιος φεύγει και ο άνεμος πέφτει. Πρέπει λοιπόν να υπάρξουν κι άλλες επιδοτήσεις, που αυτή τη φορά θα  αφορούν αποκλειστικά στην εξασφάλιση της επιβίωσης συμβατικών μονάδων. Έτσι λοιπόν επιδοτούνται το φυσικό αέριο, το κάρβουνο, το μαζούτ.... και πάλι σε βάρος του καταναλωτή. Ακριβώς αυτό είναι που εξηγεί τα παράδοξα αποτελέσματα, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση της Γερμανίας όπου η μαζική ανάπτυξη των ΑΠΕ συνοδεύεται από μια αύξηση στις εκπομπές CO2, ενώ ταυτόχρονα η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας γίνεται εντελώς δυσλειτουργική με τις τιμές «σποτ»  να είναι πολλές φορές αρνητικές.

Αυτή η ιδέα της «αρνητικής τιμής» μπορεί να φαίνεται περίεργη, αλλά βασίζεται στην ιδιαιτερότητα της δομής της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, μιας αγοράς όπου ανταλλάσσεται ένα προϊόν που δεν αποθηκεύεται και του οποίου η παραγωγή πρέπει ανά πάσα στιγμή να ισούται με την κατανάλωση. Βασίζεται ακόμα στους επιβεβλημένους από τα λόμπυ των ΑΠΕ κανόνες που εξαναγκάζουν τους διαχειριστές του δικτύου να αγοράζουν το συνολικά παραγόμενο ρεύμα τους. Τί γίνεται λοιπόν όταν η παραγωγή υπερβαίνει την κατανάλωση; Ή πληρώνεται ο παραγωγός ώστε να σταματήσει να παράγει ηλεκτρικό ρεύμα, ή πληρώνεται ο  καταναλωτής να καταναλώνει επιπλέον ρεύμα. Έτσι λοιπόν φτάνουμε σε μια «αρνητική τιμή» της ηλεκτρικής ενέργειας...

Πώς φτάσαμε ως εδώ; Όπως συχνά σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με την απόσπαση της προσοχής. Όσο οι «δημοσιογράφοι ερευνητές» - φαίνεται ότι υπάρχουν και τέτοιοι – ήταν απασχολημένοι να αποκαλύψουν τα κακώς κείμενα του πυρηνικού λόμπυ ή του λόμπυ του πετρελαίου, το λόμπυ των ΑΠΕ είχε την απόλυτη ευχέρεια να επιβάλει, στις Βρυξέλλες και αλλού, την ιδεολογία ότι δεν υπάρχει σωτηρία πέρα από τις ΑΠΕ, και ότι αυτός ο στόχος δικαιολογεί όλες τις δαπάνες, ακόμα και τις πιο παράλογες. Η μαφία των ΑΠΕ χρησιμοποίησε καταρχήν τις αντιπυρηνικές φοβίες που συντηρούσαν οι οικολόγοι, αλλά στη συνέχεια και μια καθόλου αμελητέα μερίδα των πολιτικών ΜΜΕ, τροφοδοτώντας την εναλλακτική παραγωγή ενέργειας που θα έκανε τα σχέδια τους για «έξοδο από τα πυρηνικά» αξιόπιστα, κρύβοντας επιμελώς το κόστος μιας τέτοιας «εναλλακτικής». Έτσι, για παράδειγμα, τα σενάρια που πρότεινε η “Négawatt” – ψηλά στην ιεραρχία του λόμπυ των ΑΠΕ στην Γαλλία – ενσωμάτωναν ένα σημαντικό (κυρίαρχο) μέρος των ΑΠΕ στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, τηρώντας όμως επιφυλακτικά σιγή ιχθύος σχετικά με το κόστος αυτής της επιλογής. Μια επιφυλακτικότητα που βασιζόταν στην παλιά τακτική του πνευματικού εκφοβισμού: ποιός θα τολμούσε να μιλήσει για χρήματα, όταν διακυβεύεται το μέλλον του πλανήτη; Οι οικολόγοι, συνήθως πολύ προσεκτικοί στη χρήση του δημόσιου χρήματος, χρησιμοποίησαν μια παρόμοια λογική για την συστηματική υποστήριξη επιλογών, πιο γενναιόδωρων από άλλες, που επέτρεψαν στους βιομήχανους των ΑΠΕ -  και ιδιαίτερα στους Κινέζους κατασκευαστές φωτοβολταϊκών πάνελ (3)– να γεμίσουν τις τσέπες τους.  Παρ’ όλα αυτά τα κόστη είναι εκεί και είναι τεράστια.

Ακόμα και οι Γερμανοί που ήταν συνεπαρμένοι με την «energiewende” τους – με την έξοδο από τα πυρηνικά και την μαζική ανάπτυξη των ΑΠΕ – παραδέχονται σήμερα την καταστροφή και ψάχνουν απεγνωσμένα να ελέγξουν το τέρας που δημιούργησαν.

Σε λίγο, θα έχουμε ξοδέψει σε επιδοτήσεις των ΑΠΕ στην Γαλλία περισσότερο απ’ όσο κόστισε το γαλλικό πυρηνικό πρόγραμμα. Η διαφορά είναι ότι τότε επρόκειτο για μια επένδυση: οι 58 αντιδραστήρες μας στοίχησαν 80 δις ευρώ, αλλά τελικά είχαμε 58 αντιδραστήρες που η παραγωγή τους υπερκάλυψε το αρχικό κόστος. Για τις ΑΠΕ, σε εθνικό επίπεδο, θα έχουμε ξοδέψει περίπου 70 δις ευρώ όχι επενδύοντας, αλλά ίσα–ίσα  για να καλύψουμε την διαφορά κόστους της kWh από ΑΠΕ με τη κόστος της kWh από άλλες πηγές παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος. Ποτέ η εθνική κοινότητα δεν θα βγάλει ούτε μια δεκάρα. Αυτά τα χρήματα δεν θα έχουν χρησιμεύσει σε τίποτα, παρά μόνο να κάνουν τεχνητά κερδοφόρα μια παραγωγή αντιοικονομική. Για το κοινωνικό σύνολο, θα είναι χρήματα πεταμένα απ’ το παράθυρο. Για τους επενδυτές των ΑΠΕ, μια σημαντική πηγή κέρδους.

Και βέβαια, δεν πρόκειται να ακούσετε να καταγέλλεται αυτή η τεράστια απάτη από τα ΜΜΕ. Κανένα «ΑΠΕland»  στο κανάλι Arte, καμία έρευνα από την Monique Robin, .......................... (η υπόλοιπη παράγραφος παραλείπεται γιατί περιέχει  λεπτομέρειες που  είναι ακατανόητες στους έλληνες αναγνώστες).

Είναι, αντίθετα με αυτό που πιστεύουν τα κορόϊδα, το να φτύνεις το «πυρηνικό λόμπυ» χωρίς κίνδυνο: σήμερα, δεν είναι παρά ένας χάρτινος τίγρης. Το λόμπυ των ΑΠΕ, είναι μια άλλη κομπίνα: αυτοί οι άνθρωποι όχι μόνο έχουν πολλά χρήματα, αλλά και δεσμούς με τα ΜΜΕ και δυνατούς πολιτικούς. Ποιός υπουργός, ποιός πρόεδρος θα πάρει την απόφαση να σταματήσει αυτή την απάτη με το ρίσκο να «σταυρωθεί» από τα ΜΜΕ; Θέλετε μια απεικόνιση ; Ε! Λοιπόν, να ένα θέμα να σκεφτείτε: στο πλαίσιο μιας οικονομικής κρίσης, όπου κόβονται όλοι οι προϋπολογισμοί, όπου είναι δύσκολο να βρεθεί ένα πρόγραμμα επένδυσης που δεν θα μειωθεί ή σταματήσει, υπάρχει ένας τομέας όπου οι προϋπολογισμοί  δεν μειώνονται, όπου οι επιδοτήσεις παραμένουν και μάλιστα αυξάνουν, όπου τα έργα επιταχύνονται..... χρειάζεται να σας το ζωγραφίσω;

Descartes

(1)    Το αποτέλεσμα της επέκτασης προκύπτει από το γεγονός ότι τα αιολικά δεν τοποθετούνται όλα σε μια γεωγραφική περιοχή: όταν ο άνεμος «πέφτει» σε μια περιοχή, θα συνεχίσει να φυσάει σε μια άλλη και, επομένως, μεσοσταθμικά ένα γεωγραφικά πολύ εκτεταμένο σύστημα μπορεί να έχει μια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας πολύ λιγότερο ακανόνιστης απ’ ότι κάθε πάρκο που περιλαμβάνει χωριστά. Δυστυχώς και αυτή η επιχειρηματολογία έχει τους περιορισμούς της: για να είναι η επέκταση αποτελεσματική, θα πρέπει κατάσταση των ανέμων στα διαφορετικά μέρη να μην έχει καμιά συσχέτιση. Ή, στην κλιμακα της κεντρικής Ευρώπης, όπου αυτό δεν ισχύει, δεν είναι οικονομικά εφικτή η μεταφορά του ρεύματος σε πολύ μεγάλες αποστάσεις. Είναι αρκετά συχνό να υπάρχει μια κατάσταση σχετικής άπνοιας στο σύνολο της δυτικής Ευρώπης και, ακόμα πιο συχνά στην κλίμακα της Γαλλίας, οπότε σε τέτοια περίπτωση δεν βοηθάει καθόλου η εκτεταμένη τοποθέτηση αιολικών.

(2)    Και ακόμα, η συμμετοχή δεν καλύπτει το σύνολο του κόστους. Γι αυτό το Κράτος έχει δημιουργήσει μια τρύπα χρέους προς την EDF – γιατί η EDFείναι που αγοράζει το επιδοτούμενο ρεύμα και στη συνέχεια εξοφλείται για την διαφορά στο CSPE – που φτάνει τα 6 δις ευρώ. Η επιβάρυνση αυτού του χρέους υποστηρίζεται, όπως εξυπακούεται, από τους καταναλωτές του ηλεκτρικού ρεύματος...

(3)    Κινέζοι κατασκευαστές που συχνά δεν επανήλθαν. Θυμάμαι να έχω συζητήσει με έναν από αυτούς που αρνιόταν να πιστέψει ότι οι Ευρωπαίοι μπορούν να ασκούν μια τόσο παράλογη και καταστροφική πολιτική και οι οποίοι ήθελαν με κάθε κόστος να βρουν το αντικειμενικό μυστικό αυτής της πολιτικής επιλογής.... φτωχέ μου άνθρωπε που δεν έχεις ακόμα καταλάβει ότι όταν εξετάζουμε τις ευρωπαϊκές πολιτικές δεν πρέπει να συγχέουμε τον λήθαργο με την στρατηγική...



Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2018

Θέλετε να αλλάξετε προμηθευτή ηλεκτρικής ενέργειας; Τα ψιλά γράμματα τα διαβάσατε;



Είστε από αυτούς που πείσθηκαν ότι «ο ανταγωνισμός ξεφουσκώνει τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος» και θέλετε να αλλάξετε προμηθευτή;   Καλά κάνετε, αλλά  πριν υπογράψετε,  διαβάστε

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018

Γιατί οι ΑΠΕ βλάπτουν σοβαρά τους καταναλωτές;

Υπάρχουν τερατώδη ψέματα που επειδή διαδίδονται  με σοβαροφάνεια και επαναλαμβάνονται συχνότατα  γίνονται πιστευτά ως αλήθειες. ‘Ένα από αυτά είναι ότι «οι ΑΠΕ μειώνουν το κόστος του ηλεκτρικού ρεύματος»    και ότι  «η παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος από φωτοβολταϊκά πλαίσια γίνεται η φθηνότερη μορφή παραγωγής ηλεκτρισμού».

 Η πραγματικότητα όμως είναι εντελώς διαφορετική:
Σύμφωνα με στοιχεία του Λειτουργού Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας  (ΛΑΓΗΕ) το 2017 πληρώσαμε:
-           509 εκατομμύρια ευρώ   σε αιολικά (μέση τιμή 92,30 ευρώ/ΜWh)
-          1,2 δις ευρώ σε φωτοβολταϊκά (μέση τιμή 292,50 ευρώ/ΜWh)
-          209 εκατομμύρια ευρώ σε φωτοβολταϊκά στέγης (μέση τιμή 409,80 ευρώ/ΜWh)
-           51,6 εκατομμύρια ευρώ  σε μικρά  υδροηλεκτρικά (Υ/Η)   (μέση τιμή 88,00 ευρώ/ΜWh)
-          37,1 εκατομμύρια για βιοαέρια και βιομάζα (μέση τιμή 132,30 ευρώ/ΜWh).
Δηλαδή  συνολικά 1,8 δισεκατομμύρια και κάτι!!!


Το ποσό αυτό αφορά μόνο το 27% της ηλεκτροπαραγωγής ( αιολικά  11%,  φωτοβολταϊκά  9%, Y/H   7%) καθώς το 31% καλύφθηκε από λιγνίτη , το 30% από φυσικό αέριο , ενώ το υπόλοιπο 12% καλύφθηκε από εισαγωγές.

 
Και για να αντιληφθούμε πόσο χρυσοπληρώνουμε τις ΑΠΕ   αναφέρουμε ότι το 2017 η Ο.Τ.Σ.  (δηλαδή η  χονδρική τιμή με την οποία πληρώνονται οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας από ορυκτά καύσιμα) κυμάνθηκε από  44,57 ευρώ έως 74,60 ευρώ ανά ΜWh που θεωρείται τιμή ρεκόρ με τα μέχρι σήμερα δεδομένα (το 2016 η ΟΤΣ κυμάνθηκε από 40,78 ευρώ έως 51,09 ευρώ)
 ( Θα βρείτε τον σχετικό πίνακα στα Μηνιαία Δελτία ΗΕΠ  του ΛΑΓΗΕ  - Δεκεμβριος 2017 σε PDF)  .

Εν ολίγοις, οι ΑΠΕ βλάπτουν σοβαρά τους καταναλωτές. Αυτή είναι μια αλήθεια που εφόσον την αντιληφθούμε, ανοίγει το δρόμο για να αντιδράσουμε και να διεκδικήσουμε ηλεκτρικό ρεύμα σε προσιτή τιμή για όλους.

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2018

Υπογράψτε την Πανελλήνια Διακήρυξη κατά των αιολικών και άλλων λεγόμενων "ΑΠΕ"


Η παρακάτω Διακήρυξη  δεν αφορά μόνο τους κατοίκους των περιοχών που εγκαθίστανται  Α.Π.Ε.  Αφορά και  εμάς  τους καταναλωτές που τις επιδοτούμε και τις «χρυσοποπληρώνουμε».  

Αναδημοσιεύουμε από την  ophioussa

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΑΙΟΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΛΕΓΟΜΕΝΩΝ «ΑΠΕ»

Ιανουάριος 2018


Τα τελευταία χρόνια, παράλληλα με την «απελευθέρωση» της αγοράς ενέργειας, στο όνομα κάποιας «πράσινης» ανάπτυξης, βιώνουμε μια, χωρίς κοινωνική συναίνεση, εισβολή αιολικών, υβριδικών, μικρών υδροηλεκτρικών, κλπ εγκαταστάσεων, σε βουνά, δάση, νησιά, ποτάμια, ρέματα, πεδιάδες της πατρίδας μας.

Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2018

Γιατί καταργήθηκε η δωρεάν διάθεση πλαστικής σακούλας;



Ας ξεκινήσουμε με ένα σύντομο κουίζ:
α. Γιατί έγινε ο Τρωϊκός πόλεμος;
β. Γιατί έγιναν οι σταυροφορίες;

Αν στην πρώτη ερώτηση απαντήσετε ότι έγινε για την ωραία Ελένη και στη δεύτερη, ότι έγινε για την ανάκτηση των Αγίων Τόπων, είστε «αθεράπευτα» καλόπιστοι και  μην κάνετε τον κόπο να  διαβάσετε την παρούσα ανάρτηση. Απευθύνεται σε αυτούς που δυσπιστούν στις «μεγάλες ιδέες» και συνήθως αναζητούν  τα συμφέροντα που κρύβονται  και εξυπηρετούνται από αυτές.

Στην περίπτωση της κατάργησης της δωρεάν διάθεσης πλαστικής σακούλας,  η «μεγάλη ιδέα» είναι η προστασία του περιβάλλοντος. Η επίσημη εκδοχή είναι ότι το μέτρο αποσκοπεί «στη μείωση της κατανάλωσής τους και κατ’ επέκταση της υψηλής συσσώρευσης των αποβλήτων τους που προκαλούν σημαντική ρύπανση στο περιβάλλον και ιδιαίτερα στο υδάτινο οικοσύστημα».  Η ουσία όμως του μέτρου είναι αλλού: Είναι στο χρήμα που, όσο και αν ακούγεται περίεργο, είναι πολύ και προέρχεται από τρεις πηγές: α) Από το περιβαλλοντικό τέλος,  (β)  από το άνοιγμα της αγοράς των «βιοαποικοδομήσιμων» πλαστικών και (γ) από την εκμετάλλευση των σκουπιδιών.


Περιβαλλοντικό τέλος – το νέο «οικολογικό» χαράτσι, αμφίβολης περιβαλλοντικής αποτελεσματικότητας

Κατ΄αρχάς, ακόμη και  γι’ αυτούς που δεν αμφισβητούν την ορθότητα της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει»  (εμείς  την αμφισβητούμε γιατί πιστεύουμε ότι είναι εφαρμογή στο περιβάλλον της πρακτικής των οίκων ανοχής) είναι αμφίβολο αν πρέπει να θεωρηθεί ότι ρυπαίνουν οι καταναλωτές που χρησιμοποιούν τις πλαστικές σακούλες και όχι αυτοί που τις παράγουν και τις διακινούν. Πάντως,  την πρώτη φορά που εφαρμόστηκε το εν λόγω μέτρο στη Δανία το  1994,   ο φόρος αυτός επιβλήθηκε στους κατασκευαστές και τους εισαγωγείς πλαστικών σακουλών και όχι στους καταναλωτές και είναι άλλης τάξης ζήτημα, αν στη συνέχεια οι έμποροι λιανικής πώλησης, και ιδίως τα σούπερ μάρκετ, τον μετακύλισαν στους καταναλωτές  χρεώνοντας τις πλαστικές σακούλες στους πελάτες τους.


Δεύτερον, η κατάργηση της δωρεάν διάθεσης πλαστικών σακουλών δεν περιορίζει τον όγκο των πλαστικών απορριμμάτων, αντιθέτως μπορεί και να τον αυξήσει , καθώς μειώνεται ο αριθμός των πλαστικών σακουλών  που παίρνουμε στο ταμείο, όχι όμως και οι σακούλες που χρησιμοποιούμε για τα απορρίμματα μας. Παράδειγμα η Ιρλανδία, η οποία το 2002 επέβαλε φόρο στις πλαστικές σακούλες. Με τον φόρο αυτό πράγματι κατόρθωσε να  μειωθεί δραστικά ο αριθμός των πλαστικών σακουλών που διακινούνταν στα ταμεία, αυξήθηκε όμως η χρήση των χάρτινων σακουλών και των πλαστικών σακουλών για τα απορρίμματα,  οδηγώντας σε πολύ υψηλότερο επίπεδο τα απορρίμματα πλαστικού στο σύστημα αποβλήτων.
 

Τρίτον, το ύψος του περιβαλλοντικού τέλους προς το παρόν φαίνεται αμελητέο (3 λεπτά ανά πλαστική σακούλα συν Φ.Π.Α),  στην πραγματικότητα όμως δεν είναι, αν συνυπολογίσουμε ότι  σε κάθε συσκευασμένο προϊόν που αγοράζουμε έχει ενσωματωθεί και το κόστος ανακύκλωσής του (ασχέτως αν τελικά η συσκευασία του ανακυκλώνεται ή όχι), ενώ παράλληλα πληρώνουμε και δημοτικά τέλη για την αποκομιδή των απορριμμάτων.

Τέταρτον, τα έσοδα που θα έχει ο ο Ελληνικός Οργανισμός Ανακύκλωσης (Ε.Ο.ΑΝ) από το περιβαλλοντικό τέλος, τα οποία προβλέπονται διόλου ευκαταφρόνητα,  προορίζονται για τον…….γάμο του Καραγκιόζη (χρηματοδότηση δράσεων προώθησης, δωρεάν διάθεσης και εν γένει πριμοδότησης των επαναχρησιμοποιούμενων και των βιοαποδομήσιμων σακουλών μεταφοράς) και βγαίνουν από τη τσέπη μας για να χρηματοδοτήσουν στην καλύτερη περίπτωση δράσεις Μ.Κ.Ο και στη χειρότερη τη διαφημιστική καμπάνια των βιομηχανιών βιοπλαστικών.


Οδηγία 2015/720/Ε.Ε – Οι βιομηχανίες βιοπλαστικών κάνουν γλέντι.

Η Οδηγία  2015/720/ Ε.Ε, κατ’ εφαρμογή της οποίας μας επιβλήθηκε το «περιβαλλοντικό τέλος», σηματοδοτεί τη νίκη της βιομηχανίας βιοπλαστικών  έναντι των ανταγωνιστών της , δηλαδή των βιομηχανιών που παράγουν συμβατικές ή οξοβιοδιασπώμενες πλαστικές σακούλες.


Οι βιοαποδομήσιμες ή βιοαποικοδομήσιμες/λιπασματοποιήσιμες σακούλες μεταφοράς (biodegradable plastic bags), δηλαδή οι σακούλες  που προέρχονται από πηγές ανανεώσιμης βιομάζας, όπως άμυλο αραβοσίτου, είναι  το κυρίαρχο προϊόν της βιομηχανίας βιοπλαστικών και το μεγαλύτερο όπλο της για την κατάκτηση της αγοράς της Ε.Ε.  Σύμφωνα με μελέτη του γερμανικού Νova-Institue , η οποία δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2016 με τον τίτλο «Κατανάλωση βιοαποικοδομήσιμων και λιπασματοποιήσιμων πλαστικών προϊόντων στην Ευρώπη», οι λιπασματοποιήσιμες πλαστικές σακούλες «δεν  μεταφέρουν μόνο αγαθά και βιολογικά απόβλητα, αλλά και τις ελπίδες της   βιομηχανίας βιοπλαστικών για τεράστιες αγορές τα επόμενα χρόνια». Βασική δε διαπίστωση αυτής της μελέτης είναι ότι  «το νομικό πλαίσιο καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξη της αγοράς» και μάλιστα προβλέπει ότι με την υιοθέτηση ευνοϊκότερης νομοθεσίας η αγορά των βιοαποδομήσιμων και λιπασματοποιήσιμων προϊόντων μπορεί να αναπτυχθεί από 100,000 τόνους που ήταν  το 2015, πάνω από τους 300,000 τόνους το 2020.

 

Το πρόβλημα όμως είναι ότι οι βιοαποδομήσιμες πλαστικές σακούλες δεν είναι τόσο «πράσινες», όσο θέλουν να τις παρουσιάζουν.


Ένα βασικό χαρακτηριστικό των βιοαποδομήσιμων πλαστικών είναι  ότι δεν ανακυκλώνονται και δεν είναι συμβατά με τα κοινά ή τα οξοβιοδιασπώμενα πλαστικά που σημαίνει ότι σε περίπτωση ανάμειξής τους,  κατά τη διαδικασία της ανακύκλωσης, καταστρέφουν ολόκληρη την παρτίδα. Επίσης έχουν κατηγορηθεί ως «αντιοικολογικά» για τους εξής λόγους:

  -         Η αποσύνθεσή τους μπορεί να γίνει μόνο υπό ειδικές συνθήκες και σε ειδικές εγκαταστάσεις, αλλιώς στις κοινές χωματερές προκαλούν την έκκληση μεγάλης ποσότητας μεθανίου.


-         Ρυπαίνουν περισσότερο τις θάλασσες απ’ ότι τα παραδοσιακά πλαστικά, γιατί έχουν μεγαλύτερο βάρος και βυθίζονται, οπότε δεν υπόκεινται στην επίδραση των ακτινών UV για να αποσυντεθούν.

-          Για την καλλιέργεια των φυτικών υλών που χρησιμοποιούνται ως πρώτη ύλη για την παραγωγή τους απαιτείται περισσότερο πετρέλαιο, απ’ ό,τι για την κατασκευή των κοινών πλαστικών..

-           Η βιομηχανία βιοπλαστικών στερεί καλλιεργήσιμες εκτάσεις από την παραγωγή τροφίμων και περιορίζει την βιοποικιλότητα.

 
Ένα επιπλέον πρόβλημα, οικονομικής φύσης, είναι ότι η επικράτηση των βιοαποδομήσιμων πλαστικών θα οδηγήσει σε κλείσιμο τις βιομηχανίες συμβατικών και οξοδιασπώμενων πλαστικών.


Η  εξέλιξη αυτή οπωσδήποτε ευνοεί χώρες όπως η Ιταλία και η Γαλλία ( η  πρώτη είναι από τις μεγαλύτερες παραγωγούς βιοαποδομήσιμων  σακουλών και  η  δεύτερη θα ενισχύσει τη βιομηχανία της, ενώ επίσης έχει προσανατολίσει από το 2007 τον αγροτικό τομέα της στην παραγωγή πρώτων υλών για τη βιομηχανία βιοπλαστικών). Δεν ευνοεί όμως χώρες όπως η δική μας που κινδυνεύει να μεταβληθεί σε εισαγωγέα.

 Για το θέμα αυτό ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Πλαστικών Ελλάδας, σε ανακοίνωση του αναφέρει  «…… (Ας) μην διαφεύγει το γεγονός ότι για κάθε 1.000.000 ευρώ που αυξάνονται οι εισαγωγές 6 – 7 συμπολίτες μας χάνουν τη δουλειά τους και η βιομηχανία πλαστικών σακουλών απασχολεί άμεσα ή έμμεσα περίπου 12.000 εργαζόμενους». Τα μόνα δε  μέτρα που φαίνεται ότι έλαβε η ελληνική κυβέρνηση προς όφελος των ελληνικών βιομηχανιών πλαστικών είναι να περιορίσει το περιβαλλοντικό τέλος μόνο στις πλαστικές σακούλες με πάχος 50 μικρά  και να μη διατεθούν ακόμη βιοαποικοδομήσιμες σακούλες στην ελληνική αγορά, ώστε οι ελληνικές βιομηχανίες πλαστικών να έχουν χρόνο να προσαρμόσουν την παραγωγή τους και είτε να αντικαταστήσουν τη  λεπτή πλαστική σακούλα με μεγαλύτερου πάχους που μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί ή να στραφούν στην κατασκευή βιοαποικοδομήσιμων σακουλών.


Ωστόσο η προσαρμογή των ελληνικών βιομηχανιών πλαστικών στις νέες συνθήκες φαίνεται δύσκολη, καθώς οι μεγαλύτερου πάχους σακούλες είναι πολύ πιο ακριβές και το κόστος των επενδύσεων στις νέες τεχνολογίες θεωρείται υψηλό. Σε σχετικό άρθρο για το θέμα αυτό η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ αναφέρει «Για την ελληνική βιομηχανία είναι σημαντική η «ψήφος» εμπιστοσύνης τόσο των καταναλωτών όσο και των λιανεμπόρων - από τις επιχειρήσεις super market μέχρι τα ζαχαροπλαστεία και τα ψιλικατζίδικα - οι οποίοι θα πρέπει να πληρώσουν ακριβότερα για τις μεγαλύτερου πάχους επαναχρησιμοποιούμενες πλαστικές σακούλες, που είναι το νέο προϊόν. Ενδεικτικά σημειώνεται ότι αν η τιμή ανά κιλό στη συμβατική πλαστική σακούλα ήταν 2 ευρώ, στη μεγαλύτερου πάχους είναι πάνω από 4 ευρώ, ενώ σχεδόν τριπλάσιο είναι το βάρος ανά τεμάχιο, περίπου 22-23 γρ. από περίπου 7-8 γρ. αντίστοιχα».


 Εν ολίγοις, το περιβαλλοντικό τέλος έφερε τα πάνω κάτω στην αγορά της λεπτής πλαστικής σακούλας μεταφοράς και όλοι περιμένουν  ότι η εικόνα στην αγορά θα αλλάξει ριζικά  όταν θα «έρθουν» οι βιοαποικοδομήσιμες σακούλες και στην Ελλάδα.


Τα σκουπίδια είναι χρυσός

Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή εκστρατεία για τη μείωση της χρήσης πλαστικών σακουλών «LIFE DEBAG»  ένα στα δύο απορρίμματα στον βυθό της θάλασσας στην Ελλάδα είναι πλαστικές σακούλες και ένα στα τέσσερα ψάρια ανοιχτής θαλάσσης  περιέχει μικροπλαστικά.


Δεν γνωρίζουμε αν τα παραπάνω στοιχεία είναι ακριβή. Γνωρίζουμε όμως ότι η διαχείριση απορριμμάτων είναι μια αγορά με τζίρο πολλών δισεκατομμυρίων πανευρωπαϊκά και ότι υπάρχει έντονο ενδιαφέρον από γερμανικές επιχειρήσεις για την αξιοποίηση των περιβαλλοντικών projects, ύψους 137 εκατομμυρίων ευρώ, που θα χρηματοδοτήσει το αρμόδιο ελληνικό υπουργείο, είτε με την εξαγωγή συστημάτων, μηχανημάτων αλλά και τεχνογνωσίας, είτε με τη συνεργασία με ελληνικές επιχειρήσεις του κλάδου. Μάλιστα  στην ημερίδα που οργανώθηκε τον Οκτώβριο του 2017 από το Ελληνο - Γερμανικό Εμπορικό & Βιομηχανικό Επιμελητήριο στη Θεσσαλονίκη, με θέμα «Διαχείριση Απορριμμάτων και Λυμάτων στην Ελλάδα και στη Γερμανία» ο Karl Rottnick, πρόεδρος του Συνδέσμου Κατασκευαστών & Εγκαταστάσεων Γερμανίας (VDMA),  ανέφερε ότι η Γερμανία ακόμη και στα έτη της κρίσης της ελληνικής οικονομίας, αύξησε τις εξαγωγές μηχανημάτων στη χώρα μας, που ανήλθαν σε περίπου 400 εκατ το 2016 και υποστήριξε ότι η κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων τροφίμων από τις ελληνικές οικογένειες, δείχνει ότι υπάρχει έδαφος για την αξιοποίηση των οργανικών απορριμμάτων, μέσω της κομποστοποίησης, εάν βρεθούν τρόποι για την εφαρμογή της από τα νοικοκυριά.
Με λίγα λόγια, η ελληνική αγορά είναι πολλά υποσχόμενη στον τομέα διαχείρισης απορριμμάτων και οι αλλαγές στην αγορά πλαστικών αναμένεται να αυξήσουν δραστικά τον τζίρο της, όχι όμως επ’ ωφελεία των καταναλωτών που πληρώνουν ήδη πολλά για ελάχιστα αποτελέσματα.


Εν κατακλείδι: Η προστασία του περιβάλλοντος είναι ένα πολύ αποτελεσματικό μέσο για το άνοιγμα νέων αγορών και ο φόρος στην πλαστική σακούλα μεταφοράς είναι ένα μέτρο αμφισβητούμενης αποτελεσματικότητας όσον αφορά την προστασία του περιβάλλοντος, αλλά ιδιαίτερα δραστικό όσον αφορά την προώθηση των βιοαποικοδομήσιμων πλαστικών (biodegradable plastic bags). Η επιβολή του, πέρα από τα δικαιολογημένα σκωπτικά σχόλια, την αμελητέα προς το παρόν επιβάρυνση του καταναλωτή και τον εκνευρισμό που μας προκαλεί στο ταμείο,  προβλέπεται ότι θα προκαλέσει αλλαγές στη διαχείριση των απορριμμάτων και στον μέχρι σήμερα σχεδιασμό της διαχείρισής τους, θα έχει επιπτώσεις στην οικονομία της χώρας μας, ενώ επίσης αναδεικνύει για άλλη μια φορά τα προβλήματα που δημιουργεί η  υποχρεωτική «εισαγωγή» νομοθεσίας.

,
Πηγές:

http://www.allaboutbags.ca/aroundtheworld.html







http://www.euractiv.com/section/science-policymaking/news/qualms-over-france-s-move-to-ban-plastic-bags/

http://voria.gr/article/kmakedonia-ta-aporrimmata-mporoun-na-dosoun-epipleon-200-ekat-tziro
http://www.naftemporiki.gr/story/1309368/plastiki-sakoula-i-megali-proklisi-gia-200-
http://www.xronos.gr/oikonomia/ioannis-kaselimis-na-meiosoyme-tin-hrisi-ton-plastikon-sakoylon-alla-na-min-katastrepsoymeegxories-biomixanies

https://syllogospatt.wordpress.com/2017/12/28/%ce%b5%ce%b4%cf%89-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b2%ce%b9%ce%b1-%cf%87%ce%b1%ce%bd%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b1%ce%b9-%cf%83%ce%b1%ce%ba%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b5%cf%83-%ce%b1%cf%81%ce%bc%ce%b5%ce%bd%ce%b9/